Δευτέρα, 15 Μαρτίου 2010

Η αυτοκριτική των οικονομολόγων

Η παγκόσμια οικονομική κρίση υπαγορεύει την ανάγκη για μια κριτική και αυτοκριτική επανεξέταση των κυρίαρχων δογμάτων της οικονομικής επιστήμης. Στην Ιταλία, ο σύνδεσμος οικονομολόγων «Πάολο Σίλος Λαμπίνι» πρότεινε για συζήτηση το ακόλουθο κείμενο.
1. Η κυρίαρχη θεωρία είναι σε κρίση.

Σήμερα, μετά από χρόνια μαρασμού, προβάλλει μια νέα αντίληψη στην οποία η οικονομική επιστήμη οφείλει να κατορθώσει να δώσει μιαν απάντηση. Η παρούσα παγκόμσια κρίση σηματοδοτεί μιαν ιστορική στροφή. Οπως πολλοί έχουν επισημάνει, σήμερα μπαίνουν σε κρίση οι κυρίαρχες οικονομικές θεωρίες και ο νεοφιλελεύθερος φονταμενταλισμός, που αντλούσε από αυτές νομιμοποίηση και κύρος. Αυτές οι θεωρίες δεν είχαν αντιληφθεί τον ευάλωτο χαρακτήρα του καθεστώτος νεοφιλελεύθερης συσσώρευσης. Αυτές συμμετείχαν μάλιστα στην οικοδόμηση αυτού του καθεστώτος, ευνοώντας τη διόγκωση του χρηματοπιστωτικού τομέα της οικονομίας, την απελευθέρωση των χρηματοπιστωτικών αγορών, την υποβάθμιση της κοινωνικής προστασίας και των συνθηκών εργασίας, μια δραστική επιδείνωση στην αναδιανομή των εισοδημάτων και τη χειροτέρευση των προβλημάτων ζήτησης.

Με αυτόν τον τρόπο, οι θεωρίες αυτές συνέβαλλαν στο να προκαλέσουν τις συνθήκες της κρίσης. Είναι αναγκαίο να επαναφέρουμε την οικονομία στα ηθικά θεμέλια που είχαν εμπνεύσει τη σκέψη των κλασικών.

2. Είναι επείγουσα ανάγκη να ξανανοίξουμε την οικονομική συζήτηση.

Είναι επείγουσα ανάγκη να ξανανοίξουμε τη συζήτηση για τα θεμέλια των διάφορων θεωρητικών τοποθετήσεων που υπάρχουν στο οικονομικό πεδίο. Χρειάζεται να απορρίψουμε την ιδέα -που αποτελεί μια βολική δικαιολογία για τόσους οικονομολόγους και οικονομικούς σχολιαστές του κυρίαρχου ρεύματος- ότι υπάρχει μία μόνο αλήθεια στην οικονομική επιστήμη. Χρειάζεται να δώσουμε χώρο στις εναλλακτικές θεωρίες -την κεϊνσιανή, την κλασική, τη θεσμική, την εξελικτική, την ιστορικο-κριτική, με όλο τον πλούτο των εκδοχών τους- τόσο στη διδασκαλία όσο και στην έρευνα. Είναι αναγκαίο να δώσουμε «δικαίωμα ομιλίας» σε κάθε νέα οικονομική ιδέα, ευνοώντας την ελευθερία και την ελεύθερη αντιπαράθεση. Η συγκέντρωση εξουσίας (στα πανεπιστήμια, στα εθνικά και διεθνή κέντρα έρευνας, στους εθνικούς και διεθνείς θεσμούς, στα μέσα μαζικής επικοινωνίας), όπως εκείνη που ευνόησε στην πιο πρόσφατη φάση την άκριτη αποδοχή του νεοφιλελεύθερου φονταμενταλισμού, πρέπει να καταπολεμάται.

3. Μια οικονομία στην υπηρεσία των προσώπων.

Η οικονομική επισήμη πρέπει να γίνεται αντιληπτή με τρόπο ευρύ, χωρίς μονόπλευρους ορισμούς και με πλήρες άνοιγμα στην επικοινωνία και τις ανταλλαγές με τις άλλες κοινωνικές επιστήμες. Ο στόχος της έρευνας θα έπρεπε να είναι η κατανόηση της κοινωνικής πραγματικότητας που μας περιβάλλει, ως προϋπόθεση για πολιτικές επιλογές που θα αποβλέπουν στη βελτίωση των συνθηκών ζωής των προσώπων και στο κοινό καλό.

4. Μια μέθοδος που δεν είναι πλέον αυτοσκοπός.

Προς αυτόν τον σκοπό πρέπει να κατευθύνεται η χρήση των διαθέσιμων τεχνικών, από την ιστοριογραφική ώς την οικονομετρική ανάλυση, από την ανάλυση των θεσμών ώς την κατασκευή μαθηματικών μοντέλων, χωρίς προαποκλεισμό καμιάς τεχνικής, αλλά ταυτόχρονα και χωρίς η τεχνική εκλέπτυνση της ανάλυσης να γίνεται αυτοσκοπός, πηγή κομφορμισμού και τυποποίησης στην εκπαίδευση των νέων γενεών οικονομολόγων. Γι' αυτό πρέπει να ευνοείται μια κριτική αντιπαράθεση μεταξύ διαφορετικών θέσεων και αναλύσεων.

5. Μια νέα ατζέντα.

Υποδεικνύουμε πέντε θέματα -για τα οποία πρέπει να πρωθηθούν μελέτες και πρωτοβουλίες- που θεωρούμε ότι έχουν ιδιαίτερη σημασία στην παρούσα φάση.

α) Αγορά, κράτος και κοινωνία.

Μετά από δεκαετίες στις οποίες η αγορά και το υποτιθέμενο «αόρατο χέρι» της εισέβαλλαν στους χώρους της δημόσιας δράσης και των κοινωνικών σχέσεων, είναι αναγκαίο να σκεφτούμε νέες μορφές διασύνδεσης αγοράς, κράτους και κοινωνίας, με προσοχή για τα θέματα της δημοκρατίας, της δικαιοσύνης, της ηθικής, σε ένα πλαίσιο περιβαλλοντικής βιωσιμότητας της ανάπτυξης.

β) Παγκοσμιοποίηση με ανθρώπινο πρόσωπο.

Μετά από μια παγκοσμιοποίηση των αγορών ρυμουλκημένη από τη χρηματοπιστωτική οικονομία και στερούμενη κανόνων, είναι αναγκαίο να σκεφτούμε μια διεθνή συνένωση των λαών, που θα κυβερνιέται δημοκρατικά, που θα τροφοδοτεί τις ροές των γνώσεων και των προσώπων πλάι σε εκείνες των εμπορευμάτων και που θα προωθεί την κοινωνική συνεργασία και όχι τον άγριο παγκόσμιο ανταγωνισμό.

γ) Ενας νέος ουμανισμός της εργασίας.

Είναι αναγκαίο να ξανασκεφτούμε τον ρόλο της εργασίας στις σύγχρονες κοινωνίες ως πηγή αξιοπρεπούς εισοδήματος για όλους, γνώσεων και κοινωνικών σχέσεων και ως εργαλείο εκπαίδευσης και χειραφέτησης των πολιτών.

δ) Η μείωση των ανισοτήτων.

Οι διαφορές εισοδήματος και ισχύος μεταξύ χωρών και -στο εσωτερικό τους- μεταξύ κοινωνικών ομάδων και προσώπων έχουν αυξηθεί με τρόπο απαράδεκτο. Είναι επομένως αναγκαίο να σκεφτούμε ένα μοντέλο οργάνωσης των σχέσεων, που θα αποβλέπει πραγματικά στη μείωση των κοινωνικών ανισοτήτων. Αυτό είναι αναγκαίο και για να αναζητηθεί μια αξιόπιστη διέξοδος από την κρίση, η οποία απαιτεί μιαν αναζωογόνηση των ατομικών και συλλογικών καταναλώσεων και των δημόσιων επενδύσεων και την ανάδυση μιας νέας ζήτησης από μέρους χωρών και ομάδων, οι οποίες στο παρελθόν είχαν παραμείνει στο περιθώριο της ανάπτυξης και της κοινωνικής ευημερίας. Χωρίς αυτές τις αλλαγές, υπάρχει ο κίνδυνος να αποκατασταθεί το καθεστώς νεοφιλελεύθερης συσσώρευσης, που βασίζεται στη χρηματοπιστωτική κερδοσκοπία και να τροφοδοτηθούν έτσι και άλλες κρίσεις ακόμα χειρότερες από την τωρινή.

ε) Μια πιο ισορροπημένη ανάπτυξη.

Πρέπει να ευνοηθεί η μετάβαση από μια ποσοτική ανάπτυξη δίχως όρια προς μια πιο ισορροπημένη ανάπτυξη, βασιζόμενη στην ποιότητα. Χρειάζεται να ενεργοποιηθούμε για να επινοήσουμε δείκτες εναλλακτικούς προς το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν, το οποίο είναι ακατάλληλο και παραπλανητικό, στον βαθμό που δεν κατορθώνει να αποτυπώνει διάφορες οικονομικές δραστηριότητες, τα περιβαλλοντικά κόστη και την πραγματική ευημερία του πληθυσμού. *
Από τον ΘΑΝΑΣΗ ΓΙΑΛΚΕΤΣΗ



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου