Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αυτοδιαχείριση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αυτοδιαχείριση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 23 Ιουνίου 2009

Michael Albert – Για τη συμμετοχική οικονομία

Ο Michael Albert χρησιμοποιεί τη Συμμετοχική Οικονομία σαν έναν όρο που υποδηλώνει μία νέου τύπου μετα-καπιταλιστική και αυτοδιοικούμενη οικονομία. Η προσδοκία είναι η συμμετοχική οικονομία να εμπνέει και να ενημερώνει έναν ακτιβισμό που οδηγεί σε ένα νέο τύπο αταξικής οικονομίας
Παύλος Χατζόπουλος: Αποτελεί η Συμμετοχική Οικονομία πρότυπο για μια μελλοντική κοινωνία πέρα από τον καπιταλισμό;
Michael Albert: Εξαρτάται τι εννοείτε με τη λέξη πρότυπο, αλλά θα έλεγα όχι, δεν αποτελεί. Μπορείτε, για παράδειγμα, να φανταστείτε ένα πρότυπο για τον καπιταλισμό; Εγώ δεν μπορώ. Θα μπορούσα, νομίζω, να φανταστώ μια πολύ λεπτομερή περιγραφή του καπιταλισμού όπως εμφανίζεται σε ορισμένες χώρες, ας πούμε στις Ηνωμένες Πολιτείες, ή σε κάποιες άλλες χώρες, ας πούμε στη Σουηδία ή την Ταϊλάνδη, και η καθεμιά θα διέφερε από τις άλλες από πολλές απόψεις, ασφαλώς. Ακόμη όμως κι αν μπορούσε να υπάρξει ένα τέτοιο πρότυπο, δεν ξέρω σε τι θα ωφελούσε αυτό.

Μπορώ ωστόσο να φανταστώ μια περιγραφή των κεντρικών θεσμών σε όλες τις περιπτώσεις καπιταλισμού, παρά τις πολλές λεπτομερείς διαφορές που υπάρχουν από χώρα σε χώρα και από εποχή σε εποχή. Θα ήταν μια περιγραφή αγορών για κατανομή, ατομικής ιδιοκτησίας των παραγωγικών μέσων, ανταμοιβής όσων έχουν έλεγχο και ιδιοκτησία και συντεχνιακής κατανομής της εργασίας. Θα ήταν σκελετώδης και επομένως δεν θα αποτελούσε πρότυπο, παρ’ όλα αυτά όμως θα ήταν σημαντική σε ό, τι αφορά στην περιγραφή καίριων χαρακτηριστικών, καθώς θα μπορούσαμε να πούμε χρήσιμα πράγματα για τον καπιταλισμό per se, δηλαδή για όλες τις περιπτώσεις καπιταλισμού.


Η Συμμετοχική Οικονομία παρέχει ένα είδος ευρείας σκελετώδους εικόνας ενός είδους ή μιας σειράς αυτοδιοικούμενων, αταξικών οικονομιών που θα μπορούσαν να υπάρξουν σε πολλές περιπτώσεις σε διαφορετικές χώρες, εποχές κλπ. Για να δώσει αυτή την ευρεία εικόνα ή όραμα, η Συμμετοχική Οικονομία περιγράφει τους καθοριστικούς θεσμούς, όπως τα εργατικά συμβούλια και τα συμβούλια καταναλωτών, τα ισορροπημένα εργασιακών συστήματα εργασίας, την ανταμοιβή των κόπων και των θυσιών και τον συμμετοχικό σχεδιασμό. Η Συμμετοχική Οικονομία δεν αποτελεί κατά συνέπεια πρότυπο ενός άλλου τύπου οικονομίας, αλλά μάλλον μια ευρεία περιγραφή των κεντρικών χαρακτηριστικών ενός άλλου τύπου οικονομίας. Είναι, νομίζω, αυτό που χρειαζόμαστε εάν πρέπει να πειστούμε πως μια τέτοια οικονομία είναι δυνατή και επιθυμητή.


Ρωτάτε επίσης για την κοινωνία, όχι για την οικονομία, αφού ρωτάτε αν η Συμμετοχική Οικονομία αποτελεί πρότυπο μιας κοινωνίας νέου τύπου. Η Συμμετοχική Οικονομία δεν είναι η εικόνα των καθοριστικών χαρακτηριστικών μιας συμμετοχικής κοινωνίας νέου τύπου, αλλά μόνο μιας οικονομίας. Υπάρχει μεγάλη διαφορά. Μια ευρεία περιγραφή ενός κοινωνικού και όχι μόνο οικονομικού οράματος συνεπάγεται την εικόνα όχι μόνο ενός νέου τύπου οικονομίας- όπως, για παράδειγμα, η συμμετοχική οικονομία- αλλά και ενός οράματος για τα κεντρικά χαρακτηριστικά μιας νέας κουλτούρας και πολιτείας και ίσως επίσης κάποιες άλλες πλευρές της κοινωνίας.


Η ουσία είναι, λοιπόν, ότι η συμμετοχική οικονομία προσφέρει μια εικόνα των κεντρικών χαρακτηριστικών ενός νέου τύπου μετα-καπιταλιστικής, αυτοδιοικούμενης και αταξικής οικονομίας. Ναι, θα μπορούσε να αποτελεί μέρος της εικόνας μιας κοινωνίας νέου τύπου, σίγουρα όμως δεν αποτελεί από μόνη της μια τέτοια εικόνα.


Π.Χ.: Με ποια έννοια η Συμμετοχική Οικονομία αποτελεί μια πρωτοβουλία που έρχεται από τα κάτω;


Μ.Α.: Με κάθε έννοια που μπορώ να φανταστώ. Σε τελική ανάλυση, τι σημαίνει στην πραγματικότητα ‘έρχεται από τα κάτω’; Υποθέτω ότι αν λέγατε ‘έρχεται από τα πάνω’ θα εννοούσατε ότι σχεδιάστηκε και επιβλήθηκε σε μια προοπτική που εκπορεύεται από την κορυφή προς τα κάτω και υπηρετεί συμφέροντα της ελίτ.


Αντίθετα, η Συμμετοχική Οικονομία εμφανίζεται μέσα από τον ακτιβισμό ομάδων, μέσα από αγώνες δεκαετιών-στην πραγματικότητα, αιώνων- για την επίτευξη μιας αταξικής οικονομίας. Αντλεί γνώση από προηγούμενες εμπειρίες, πετυχημένες και αποτυχημένες, όπως και από σημερινές. προσφέρεται δημόσια. Καλωσορίζει και επιδιώκει τον δημόσιο διάλογο, τη βελτίωση, την κριτική. Δεν ευνοεί κάποια ελίτ, αντίθετα ενσωματώνει τη αταξικότητα.


Ωστόσο, απομένει να δούμε σε ποια έκταση η συμμετοχική οικονομία θα υιοθετηθεί και θα στηριχθεί από τις ευρείες λαϊκές περιφέρειες που θα την εφαρμόσουν. Θα εξαρτηθεί από πολλές παραμέτρους, και κυρίως από την αξία της. Η προσδοκία είναι η συμμετοχική οικονομία να εμπνέει και να ενημερώνει έναν ακτιβισμό που οδηγεί σε ένα νέο τύπο αταξικής οικονομίας. Δεν ξέρω τι άλλο θα μπορούσε να σημαίνει το ‘από τα κάτω’, εκτός από αυτό.


Π.Χ.: Θα θεωρούσατε τη Συμμετοχική Οικονομία ως μια απάντηση στο ερώτημα τι επιδιώκει το κίνημα για μια εναλλακτική παγκοσμιοποίηση;


Μ.Α.: Όχι, αλλά και ναι. Ένα κίνημα κατά της παγκοσμιοποίησης τοποθετείται σχεδόν εξ’ ορισμού υπέρ του διεθνισμού, πράγμα που σημαίνει ότι τάσσεται υπέρ μιας ισότιμης και αλληλέγγυας προσέγγισης του εμπορίου και των ανταλλαγών μεταξύ των λαών σε διεθνές επίπεδο. Επομένως, είναι εναντίον του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας και άλλων θεσμών που επιδιώκουν να διατηρήσουν ή να επιδεινώσουν την τάση για διεθνείς ανταλλαγές προς την κατεύθυνση του πλουτισμού των ήδη πλουσίων και της εξαθλίωσης των ήδη φτωχών, αλλά θα ήταν υπέρ νέων διεθνών σχέσεων που θα μείωναν το χάσμα μεταξύ πλούσιων και φτωχών.


Το θέμα είναι πως μια τέτοια προσέγγιση δεν μπορεί να επικρατήσει όσο κάθε έθνος παραμένει καπιταλιστικό σε ό, τι αφορά στην εσωτερική οικονομική οργάνωσή του. Πιστεύω λοιπόν ότι ενώ υπάρχουν πολλά επιθυμητά βήματα που θα μπορούσαν να μας απομακρύνουν από τους χειρότερους τύπους παγκοσμιοποίησης πριν ακόμη οι οικονομίες των κρατών απελευθερωθούν από τον καπιταλισμό, αυτό το βήμα στο επίπεδο της εσωτερικής οργάνωσης είναι τελικά ουσιαστικό και ναι, πιστεύω ότι η συμμετοχική οικονομία παρέχει απαντήσεις σε ό, τι αφορά αυτό το βήμα.


Πιστεύω επίσης ότι οι αξίες και οι κανόνες της συμμετοχικής οικονομίας, και η ενόρασή της για τις κοινωνικές σχέσεις, συμπεριλαμβανομένων των αγορών κλπ, μπορούν να βοηθήσουν σε μεγάλο βαθμό τους ανθρώπους σε ό, τι αφορά στα αιτήματά τους για άμεσες βελτιώσεις στις παγκόσμιες σχέσεις. Έχω γράψει μερικά πράγματα γι’ αυτό, πράγματι, και φυσικά έχουν γράψει και πολλοί άλλοι.


Π.Χ.: Πώς συνδέεται μέχρι στιγμής η Συμμετοχική Οικονομία με το Παγκόσμιο Κοινωνικό Φόρουμ; Έγιναν πρόσφατα προσπάθειες να ενωθούν οι οργανώσεις που συμμετέχουν στο φόρουμ κάτω από μια κοινή πολιτική πλατφόρμα, όπως η Έκκληση του Μπαμακό. Είναι η Συμμετοχική Οικονομία συμπληρωματική ως προς αυτές τις προοπτικές;


Μ.Α.: Εγώ όπως και άλλοι έχουμε συμμετάσχει τακτικά στα φόρα. Ωστόσο, δεν ξέρω τι να σκεφτώ για τις προσπάθειες που αναφέρετε. Από τη μια πλευρά, δεν είμαι βέβαιος ότι η κοινότητα του Παγκόσμιου Κοινωνικού Φόρουμ είναι το κατάλληλο πεδίο για την προώθηση ενός νέου πιο προγραμματισμένο σχέδιο. Η ευρεία γκάμα των ανθρώπων που σχετίζονται με το Παγκόσμιο Κοινωνικό Φόρουμ είναι ίσως πολύ διαφορετικοί πολιτικά, από τη μια πλευρά, συμπεριλαμβανομένων, για παράδειγμα, εκείνων που δεν είναι αντικαπιταλιστές και, από την άλλη πλευρά, είναι ίσως πολύ αποσυνδεδεμένοι από τυπικές και σημαντικές ομάδες ανθρώπων σε πολλές χώρες ανά τον κόσμο.


Με άλλα λόγια, η προσπάθεια για οργανωτική ενότητα έξω από την κοινότητα του Παγκόσμιου Κοινωνικού Φόρουμ θα μπορούσε να επιφέρει πολλούς συμβιβασμούς σε σημαντικές δεσμεύσεις- όπως για παράδειγμα η απαλλαγή από την εμμονή στον ανοιχτό αντικαπιταλισμό, προκειμένου να συνεχιστεί η εμπλοκή κάποιων ομάδων. Ή θα μπορούσε να επιφέρει την υιοθέτηση ορισμένων απόψεων που θα κρατούσαν το σχέδιο σε απόσταση από τους φτωχότερους ανθρώπους ανά τον κόσμο. Πραγματικά δεν ξέρω. Η δημιουργία νέων οργανώσεων με ακτιβιστικές ατζέντες ασφαλώς αξίζει τον κόπο- και ασφαλώς χρειαζόμαστε κάτι καινούργιο σε διεθνές επίπεδο, ιδίως μάλιστα στις Ηνωμένες Πολιτείες. Και, ασφαλώς, μόνο όταν δοκιμάζουμε τις ιδέες στην πράξη καταλαβαίνουμε αν μπορούν να πετύχουν.


Σε ό, τι αφορά στη συμμετοχική οικονομία και αυτές τις προσπάθειες, ναι, πιστεύω πως για να έχει σημασία μακροπρόθεσμα, κάθε νέα πραγματικά αριστερή οργάνωση, σε διεθνές επίπεδο ή σε επίπεδο χώρας, πρέπει να είναι αντικαπιταλιστική. Ακόμη περισσότερο, πιστεύω δεν μπορεί απλώς να λέει ότι ο καπιταλισμός απομυζά. Εάν θέλει να είναι πειστική και οι προσπάθειές της να συμβαδίζουν με τους στόχους της, θα πρέπει να μπορεί όχι μόνο να περιγράψει γιατί ο καπιταλισμός απομυζά, αλλά, ακόμη πιο σημαντικό, να περιγράψει μια οικονομική εναλλακτική λύση που θα ήταν αντί γι’ αυτόν εξαιρετικά επιθυμητή. Αυτό νομίζω ότι προσφέρει η συμμετοχική οικονομία και γι’ αυτό πιστεύω ότι η συμμετοχική οικονομία δεν είναι μόνο συμπληρωματική ως προς τα σχέδια δημιουργίας νέων τοπικών ή διεθνών κινημάτων ή οργανώσεων της Αριστεράς, αλλά ίσως θεμελιώδης ως προς το ζήτημα αυτό. Νομίζω ότι ο χρόνος θα δείξει αν οι υπέρμαχοι της συμμετοχικής οικονομίας έχουν δίκιο.


Π.Χ.: Θεωρείτε κάποια υπάρχοντα πολιτικά πειράματα όπως ο συμμετοχικός προϋπολογισμός ως μερικά επιτεύγματα της συμμετοχικής οικονομίας;


Μ.Α.: Ναι, είναι σχέδια που ενσωματώνουν στοιχεία από τη δομή και τις αξίες της συμμετοχικής οικονομίας και με αυτή την έννοια αποτελούν μερικά επιτεύγματα της συμμετοχικής οικονομίας- και υπάρχουν πολλά. Το θέμα του προϋπολογισμού που αναφέρετε είναι τέτοιο πείραμα- παρ’ όλο που δεν θεωρεί ότι συνδέεται με τη συμμετοχική οικονομία, τουλάχιστον απ’ όσο γνωρίζω. Οι σημερινοί χώροι εργασίας που ενσωματώνουν δομές συμμετοχικής οικονομίας όπως ισορροπημένα συμπλέγματα εργασίας αποτελούν ένα ανάλογο πείραμα, και υπάρχουν σήμερα αρκετά σε διάφορα μέρη στον κόσμο. Δεν νομίζω όμως ότι η κοινωνική αλλαγή έγκειται μόνο σε τέτοιου είδους πειράματα και σχέδια, όσο σημαντικές κι αν είναι αυτές οι προσπάθειες. Νομίζω ότι είναι βασικό να αγωνιζόμαστε για πολλά είδη με βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα οφέλη, για να βελτιώσουμε τη ζωή των ανθρώπων σήμερα και να ανοίξουμε ένα μονοπάτι που θα οδηγήσει στη συμμετοχική οικονομία όχι με λίγα μεμονωμένα σχέδια αλλά μέσω των οικονομιών.


Για παράδειγμα, η δημιουργία ενός χώρου εργασίας συμμετοχικής οικονομίας είναι καλή. Κάτι τέτοιο μπορεί να εμπνεύσει και να διδάξει με το παράδειγμα και με διδάγματα, όπως και να ωφελήσει όσους εμπλέκονται σ’ αυτό. Με αυτόν τον τρόπο, αρχίζουν να φυτεύονται οι σπόροι του μέλλοντος στο παρόν. Κατά τον ίδιο τρόπο, η δημιουργία ενός πειράματος σχετικά με τον σχεδιασμό του προϋπολογισμού, με στοιχεία από τις αξίες και πρακτικές της συμμετοχικής οικονομίας είναι επίσης καλή, ασφαλώς. Η δημιουργία όμως εργατικών συμβουλίων σε μεγάλες καπιταλιστικές εταιρίες και συμβουλίων καταναλωτών σε γειτονιές και περιφέρειες – που να είναι εν μέρει εμπνευσμένα και καθοδηγούμενα από τα άλλα σχέδια και να τους έχει δοθεί λόγος ύπαρξης-και ο αγώνας για την επίτευξη νεωτερισμών, κατευθύνοντας πληθυσμούς και δομές προς τις δεσμεύσεις της συμμετοχικής οικονομίας είναι κάτι ακόμη καλύτερο. Μπορούμε να φανταστούμε όλων των ειδών τα οφέλη που μπορούν τέτοια κινήματα να αποκομίσουν- αναδιανεμητική φορολογία, υψηλότερους μισθούς, αλλαγές στους νόμους ιδιοκτησίας, αλλαγές στην κατανομή εργασίας, μικρότερη εβδομάδα εργασίας και λοιπά.


Το θέμα είναι πως με μια δέσμευση για συμμετοχική οικονομία, τόσο οι προσπάθειες για την οργάνωση μικρών σχεδίων ή πειραμάτων ή χώρων εργασίας προσανατολισμένων στο μέλλον όσο και οι προσπάθειες ευρύτερων κινημάτων να πετύχουν οφέλη στο παρόν πρέπει να είναι ενήμερες και να επιδιώκουν να τονίσουν και να διευρύνουν την υποστήριξη για στρατηγική δέσμευση με όραμα σε ισορροπημένα συστήματα εργασίας, ισότιμες αμοιβές, αυτοδιοίκηση βασισμένη σε συμβούλια και συμμετοχικό σχεδιασμό.


Π.Χ.: Πώς εξηγείτε το γεγονός ότι αυτά τα συμμετοχικά πειράματα αναπτύσσονται μέσα στο πλαίσιο των υφιστάμενων καπιταλιστικών σχέσεων;


Μ.Α.: Πού αλλού θα μπορούσαν να αναπτυχθούν; Το εννοώ σοβαρά. Γίνεται με πιο επιθετικό τρόπο όπου το κράτος ενθαρρύνει τα σχέδια, είτε σε τοπικό επίπεδο όπως οι συμμετοχικοί προϋπολογισμοί στη Βραζιλία και τώρα σε μερικά άλλα μέρη επίσης ή ακόμη σε μια ολόκληρη χώρα όπως πολλά πειράματα και σχέδια που βρίσκονται σε εξέλιξη στη Βενεζουέλα, αλλά σε κάθε περίπτωση αυτό που επικρατεί στον κόσμο είναι ο καπιταλισμός. Έτσι, οι αντικαπιταλιστές – ή απλώς οι άνθρωποι που προσπαθούν να βελτιώσουν τις ζωές τους ή να διευρύνουν τη δικαιοσύνη χωρίς ιδεολογικές δεσμεύσεις- προσπαθούν να δημιουργήσουν χώρο ή να πετύχουν οφέλη εκεί που βρίσκονται, δηλαδή μέσα στον καπιταλισμό- κι αυτό, όπως λέτε, είναι αυτό που βλέπουμε. Δεν νομίζω ότι υπάρχει κάτι να εξηγήσω, εκτός κι αν κάτι μου διαφεύγει.

Μια συνέντευξη στον Παύλο Χατζόπουλο για το Re-public




Διαβάστε περισσότερα...

Τρίτη 9 Ιουνίου 2009

Καστοριάδης Κορνήλιος - Η πείρα του εργατικού κινήματος - 1, Πως ν'αγωνιστούμε

(1977) Καστοριάδης Κορνήλιος - Η πείρα του εργατικού κινήματος - 1, Πως ν'αγωνιστούμε (1977) Καστοριάδης Κορνήλιος - Η πείρα του εργατικού κινήματος - 1, Πως ν'αγωνιστούμε geo


-
Διαβάστε περισσότερα...

Για την αυτονομία της τάξης

Από την εποχή που με την αδερφή μου και τα ξαδέρφια δουλεύαμε για το σόι στα χωράφια, στο σιδεράδικο του τεχνίτη μπαμπά και στην μοδίστρα μάνα, με ή χωρίς άμεση χρηματική ανταμοιβή, μέχρι σήμερα που δουλεύουμε στην άγρια αγορά, αυτό που γινόταν ,δίχως συνείδηση αλλά και αυτό που γίνεται με συνείδηση είναι να αυτοριθμίζουμε την ζητούμενη 'εργασία'.
Σχεδόν αδιαφορώντας για τις επίσημες εντολές ή νόρμα, την δουλειά την κάνουμε και η παρέμβασή μας , 'διορθώνει' τις εργοδοτικές- διευθυντικές εντολές.
Αυτό δε το κάνουμε για να την σπάσουμε στην εργοδοσία ούτε γιατί μας το ζητάει, το κάνουμε για να βγει η δουλειά, για να μην ταλαιπωρούμαστε αλλά και γιατί έχουμε την δυνατότητα, τον έλεγχο της δουλειάς, τουλάχιστον στο κομμάτι που μας αντιστοιχεί.
Αν αποφασίσουμε να εκτελέσουμε με ακρίβεια τις εντολές του διευθυντή (job descrieption) το μόνο σίγουρο είναι ότι η δουλειά δε θα γίνει. 'Όπου δοκιμάστηκε ως μοχλός πίεσης ( απεργία ζήλου), η παραγωγή φράκαρε και η εργοδοσία φρίκαρε.
Πέρα από το να δούμε την αυτορύθμιση ως μορφή πάλης αξίζει να την δούμε ως τον πυρήνα της αυτοοργάνωσης της εργατικής τάξης για την χειραφέτηση, την αυτονομία της. Η εμπειρία των εργαζόμενων (που βιώνουν τον αγώνα ως καθημερινή υπόθεση και όχι ως μια γραφειοκρατική διεκπεραίωση ενός αιτήματος) είναι πιο χρήσιμη από την συνδικαλιστική εμπειρία των πολύχρονων επαγγελματιών της ΓΣΕΕ που μας διασφάλισαν τα 0,80 λεπτά του ευρώ την εργάσιμη ημέρα.
Η οργάνωση της εμπειρίας των εργαζομένων με σκοπό την συλλογική αντιμετώπιση της εργασίας, χρειάζεται να απελευθερωθεί από τον σημερινό τρόπο οργάνωσης.
Ο κυρίαρχος τρόπος οργάνωσης είναι αστικός, χαρακτηρίζεται και καθορίζεται από το αντιπροσωπευτικό σύστημα, αποφεύγει την κουβέντα για το περιεχόμενο της εργασίας, αναθέτει εξουσίες, ρόλους, υπηρετεί αυτήν την οικονομία και αποφεύγει τις άλλες του ταυτότητες χάνοντας την δυνατότητα ενός κοινωνικού ιστού.

Η αντιμετώπιση του προλεταριάτου ως στοιχείο της παραγωγής, παρουσιάστηκε από τον Μαρξ στο έργο του 'Το Κεφάλαιο', για λόγους καθαρά επιστημολογικούς και όχι για να το μετατρέψει σε κάτι ανήμπορο. Αντιθέτως όπως γράφει το 1871 στην εισήγηση του προς την Διεθνή, η κομμούνα είναι ο τρόπος οργάνωσης, για όλο το κόσμο και οι εργάτες είναι στοιχείο ανατροπής και όχι ρυθμιστής της πολιτικής οικονομίας.

Ο δημοκρατικός τρόπος που προέκυψε από την κομμούνα και τους συμβουλιακούς κομμουνιστές, αντικαταστήθηκε από σωματεία που δεν ζουν από την συνέλευση και το κουμάντο το κάνει το προεδρείο με το διοικητικό συμβούλιο δηλαδή ονομαστικά 5 με 7 άτομα για δύο-τρία χρόνια...

Αν για παράδειγμα ένα σωματείο που έχει 500 μέλη συνεδριάζει μόνο για να εκλέξει προεδρείο, αυτό σημαίνει ότι δεν κουβεντιάζει για την εργασία και το περιεχόμενο, ούτε ανιχνεύει τις αντιθέσεις που δημιουργούνται ώστε να οργανώσει τις απαιτήσεις, χάνει το 'φυσικό' του περιβάλλον, τον προσανατολισμό και βρίσκεται ήδη αφοπλισμένο και ηττημένο.

Εμείς το προλεταριάτο, (με ή δίχως πτυχίο ) είτε δουλεύουμε σε 'επιλογής μας' έργο είτε όχι, δίνουμε έναν διαρκή αγώνα μέσα από την καθημερινή διαπάλη να συνεννοηθούμε με το υπόλοιπο εργατικό δυναμικό, να δημιουργηθεί το κατάλληλο περιβάλλον, να μάθουμε να κουβεντιάζουμε μεταξύ μας τα προβλήματα μπας και τα λύσουμε.

Οι εργαζόμενοι αντιμετωπίζουμε προβλήματα από το σπίτι ως την δουλειά και αντίστροφα. Η καθημερινότητα στο αστυακό περιβάλλον και οι κοινωνικές υποχρεώσεις στην καταναλωτική κοινωνία, δημιουργούν εξαρτήσεις και αποξένωση, ώστε τα προβλήματα να γίνονται τόσα που να μη ξέρουμε από που να ξεκινήσουμε.

Να ξεκινήσουμε από την αύξηση του μισθού; τον απεγκλωβισμό στη μετακίνηση-συγκοινωνία; να απομαγευτούμε από τα εμπορεύματα; να βρούμε χρόνο, να τον χάσουμε; να τραφούμε υγιεινά; να διασκεδάσουμε; να γίνουμε πιο ωραίοι ως άνθρωποι, δημιουργικοί, να φροντίσουμε το περιβάλλον, να ερωτοτροπήσουμε, να κάνουμε φιλίες, νέες κοινωνικές σχέσεις;...

Και για να ξεκινήσουμε από τον μισθό θα πρέπει να συνομιλήσουμε όλο το εργατικό προσωπικό, όχι μόνο ειδήμονες (και εξαιρώντας τους διευθυντές όπως τους εργοδότες) και αν συνομιλήσουμε δε θα θέλουμε να πούμε κάτι και για την δουλειά;

Γίνεται όμως κάτι τέτοιο με τον τρόπο που είναι οργανωμένο το προλεταριάτο και τους στόχους που έχει και μάλιστα από εργαζόμενους που για δεκαετίες καλούνται μόνο για να εκλέξουν ηγεσία-προεδρείο και να κάνουν τυπικούς περιπάτους στις απεργίες;

Ο φετιχισμός της μορφής του συνδικαλιστικού αγώνα, η αλλοτρίωση από τον τρόπο οργάνωσης και η αποξένωση είναι το αδιέξοδο που βιώνει η εργατική τάξη σήμερα και κοιτιέται αμήχανα.

Όμως αν τα καταφέρουμε και οργανωθούμε και το σωματείο γίνει μια ζωντανή διαδικασία αμεσοδημοκρατική με τους στόχους όμως που έχει, είναι αρκετό για το προλεταριάτο; ή θα μείνουν τα προβλήματα της καθημερινότητας άλυτα καθότι δεν είναι εργατικά και στους άμεσους στόχους;

Το προλεταριάτο στην κλασική εργασία έχει άλλα δύο οχτάωρα την μέρα με πολλά προβλήματα και όλο αυτό το πακέτο προβλημάτων το έχει καθηλώσει, το έχει αλλοτριώσει.

Αυτή η καθήλωση από την καθημερινότητα και την δουλειά, μαζί με την απουσία της οργανωμένης συζήτησης, (για το περιεχόμενο της ζωής και την απελευθέρωσή από τα προβλήματα) έχει μετατρέψει το προλεταριάτο σε ανήμπορο.

Βασικά η κλασική εργασία ως αποτέλεσμα των εργατικών κατακτήσεων του προηγούμενου αιώνα έχει αμφισβητηθεί από τις δυνάμεις του κεφαλαίου προς χειρότερη κατεύθυνση για το προλεταριάτο και έτσι μας έχει προκύψει ένα νέο προλεταριάτο σε νέες εργασίες και παλαιότερες, όμως δίχως δικαιώματα και δίχως να επικοινωνεί με το ήδη οργανωμένο, προλεταριάτο.

Πρέπει ως εργαζόμενοι να καταλάβουμε ότι “κάτω από τον καπιταλισμό θα υφίσταται πάντοτε ένα πρόβλημα ενοποίησης των αγώνων που διεξάγονται από διαφορετικές κατηγορίες εργαζόμενων, οι οποίοι δεν βρίσκονται και δε θα βρεθούν ποτέ σε άμεσα ταυτόσημες καταστάσεις.”*

Τα προβλήματα είναι δηλαδή περισσότερα και διαφορετικού τύπου από αυτά που αναγνωρίζει και διαπραγματεύεται η ηγεσία του εργατικού κινήματος και είναι λογικό, γιατί η ηγεσία ξεκομμένη από την εργασία δίχως φρέσκες δικές της εμπειρίες και με πολλά προνόμια, δεν μπορεί να εκφράσει το προλεταριάτο αλλά μόνο την γραφειοκρατική αντίληψη και με σκοπό την ρύθμιση της εργασίας στο βωμό της πολιτικής οικονομίας, δηλαδή, στην καλύτερη περίπτωση, για καλύτερες συνθήκες σ αυτό το σύστημα.

Το διπλά κυριαρχούμενο προλεταριάτο ζώντας στην κοινωνία του εμπορεύματος ως εμπόρευμα και άνθρωπος μαζί, πρέπει να στρέψει το βλέμμα του στον εαυτό του, στις δυνατότητες που έχει ως τάξη και είναι αρκετές για να απελευθερωθούμε από τα προβλήματά μας.

Αρκεί να αλλάξουμε τον τρόπο που προσεγγίζουμε την τάξη, την κοινωνική μας κατάσταση, να αλλάξουμε τον τρόπο που συζητάμε τα προβλήματά μας, να μη θέλουμε την ηγεμονία αλλά την αλληλεπίδραση, την διαβούλευση. Να αφήσουμε την αντιπροσώπευση και η άμεση δημοκρατία θα ορίζει την εκπροσώπηση όπως και το τι να κάνουμε.

Να μάθουμε να συζητάμε τα υπόλοιπα προβλήματα σε συνελεύσεις γειτονιάς, λαϊκές συζητήσεις για την οργάνωση και αντιμετώπιση της καθημερινότητας, με σκοπό όχι μόνο την επίλυσή τους αλλά και την αναζήτηση των αιτιών.

Η εξέγερση του Δεκέμβρη μας θύμισε ότι όταν στην καταναλωτική κοινωνία οι καταναλωτές δεν καταναλώνουν εμπορεύματα τότε έχουμε κρίση και όπως έλεγε ο Μαρξ*, να μη ξεχνάμε ότι η παραγωγή ρυθμίζεται από την ιδιοτροπία και το γούστο, να μη ξεχνάμε τις 'εκλεπτυσμένες ανάγκες' και ότι η χρήση είναι που καθορίζει την αξία ενός πράγματος και η μόδα καθορίζει την χρήση.

Δεν είναι σωστό να διαμαρτυρόμαστε για την καταστροφή των εμπορικών καταστημάτων από ανθρώπους που είναι εκτός αυτής της εμπορικής κατάστασης και αποκλεισμένοι από την οικονομική και πολιτική τάξη πραγμάτων. Η συμβολική γλώσσα μιας εξέγερσης όπως η επίθεση στα αστυνομικά τμήματα και η καταστροφή των εμπορικών καταστημάτων είναι για ανάλυση και όχι για καταγγελία.

Αν θέλει η αριστερά να συμβάλει θα πρέπει να βάλει τις δυνάμεις της να λειτουργήσουν προωθητικά για να συνευρεθούν όπου μπορούν (σχολεία, δήμοι, κινηματογράφοι...) αποκλεισμένοι και εγκλωβισμένοι- εργαζόμενοι, σε κοινές συζητήσεις για κοινές λύσεις, γιατί 'σε τελική ανάλυση, η αντικειμενική ανάλυση είναι εκείνη που υπόκειται στην εμπειρική διότι οι συνθήκες από μόνες τους δεν είναι επαναστατικές, οι άνθρωποι είναι επαναστάτες και το καθοριστικό ζήτημα είναι να μάθουμε πώς αυτοί προσαρμόζονται και μετασχηματίζουν τη συνθήκη τους'.**

Καρανίκας Νίκος



Διαβάστε περισσότερα...

Πέμπτη 4 Ιουνίου 2009

Καστοριάδης Κορνήλιος - Παγκόσμια δημοκρατική αναγέννηση ή κάποια εφιαλτική ουτοπία

(1997) Καστοριάδης Κορνήλιος - Παγκόσμια δημοκρατική αναγέννηση ή κάποια εφιαλτική ουτοπία (1997) Καστοριάδης Κορνήλιος - Παγκόσμια δημοκρατική αναγέννηση ή κάποια εφιαλτική ουτοπία geo
Η σύλληψη από τον Καστοριάδη της πραγματικά δημοκρατικής κοινωνίας ως αυτοθεσμισμένης, με την καταγγελία του μεσσιανισμού και της εσχατολογίας που μια τέτοια αυτοθέσμιση συνεπάγεται, θα πρέπει κατ’ αρχήν να τοποθετηθεί στο πλαίσιο της ευρύτερης και γενικευμένης απόρριψης των «μεγάλων Θεολογιών» από την μετανεωτερική (και όχι μόνο) σκέψη. Πράγματι, η πιο δημιουργική συγγραφικά περίοδος του Καστοριάδη συμπίπτει με την κλιμακούμενη αμφισβήτηση όχι απλά κάθε μεταφυσικής αλλά και εκείνου ακόμη του δυτικού Διαφωτισμού

και των παραδοσιακών «κανονιστικών» αρχών, από τη λεγόμενη «μεταμοντέρνα» (γαλλική κυρίως) διανόηση, με τους καρπούς της οποίας ο Έλληνας στοχαστής υπήρξε βαθιά εξοικειωμένος. Μιλάμε για ένα πολιτιστικό κλίμα στο οποίο «η υποτέλεια στις αυτοκρατορίες του νοήματος χαϊντεγκεριανού τύπου … είχε παραχωρήσει τη θέση της στον απορητικό κατακερματισμό, στην ελευθερία του ψελλίσματος και στο ατομικό παραμιλητό»


Διαβάστε περισσότερα...

Τετάρτη 3 Ιουνίου 2009

Από τη φτώχεια, στην αυτοδιαχείριση

Της CECILE RAIMBEAU*
Μετά την οικονομική κρίση που ερείπωσε την Αργεντινή, το 2001, όλο και περισσότεροι άνεργοι καταλαμβάνουν τις χρεοκοπημένες επιχειρήσεις όπου εργάζονταν, και τις θέτουν ξανά σε λειτουργία χωρίς εργοδότες.
Μολονότι καταφέρνουν να παράγουν σε ένα πλαίσιο αυτοδιαχείρισης, χάρη στην επινοητικότητά τους και στο ευρύτατο κίνημα αλληλεγγύης, ζητούν, επίσης, μεταρρυθμίσεις και κρατικές πολιτικές υποστήριξης των νέων συνεταιρισμών τους. Ολοι, αντί για το δικαίωμα στην ιδιοκτησία, επικαλούνται το δικαίωμα στην εργασία.
20 Μαρτίου 2003. Τριάντα απολυμένοι από το ξενοδοχείο «Μπάουεν» ορμούν σε χώρο στάθμευσης, παραβιάζουν μια πόρτα και τρυπώνουν μέσα στην πρώην επιχείρησή τους, ένα εικοσαώροφο ξενοδοχείο πέντε αστέρων, στην καρδιά του Μπουένος Αϊρες. Το ξενοδοχείο είχε πρωτολειτουργήσει το 1978 για το Παγκόσμιο Κύπελλο Ποδοσφαίρου, αλλά εδώ και δεκαπέντε μήνες είναι κλειστό. Ασφαλώς, η κατάληψή του είναι μια επίθεση στο δικαίωμα της ατομικής ιδιοκτησίας. Είναι, όμως, και μια επίθεση σε ένα σύμβολο του αχαλίνωτου καπιταλισμού που υποστήριξε η δικτατορία.
Ο Μαρσέλο είναι 56 χρόνων και τα 23 από αυτά τα πέρασε στη ρεσεψιόν. Το 2002, έψαχνε απεγνωσμένα για δουλειά. Η Γκλάντις, πρώην καμαριέρα, έβγαζε 4 ευρώ τη βραδιά, σε παράνομη εταιρεία ταξί. Ο Ροντόλφο, που παλιά εργαζόταν στη συντήρηση των μηχανημάτων του ξενοδοχείου, ξεδιάλεγε τα ανακυκλώσιμα απορρίμματα, όπως δεκάδες χιλιάδες άλλοι άνεργοι που ψάχνουν στους σκουπιδοτενεκέδες του Μπουένος Αϊρες.

Η τόλμη τους δεν προκαλεί πια έκπληξη, σε μια χώρα όπου το ποσοστό ανεργίας φθάνει το 20% και όπου το 45% του πληθυσμού ζει κάτω από το όριο της φτώχειας. Οι «καταλήψεις» τους έχουν το νόημα της ανάκτησης, στο όνομα του κοινωνικού οφέλους, χώρων που εγκατέλειψαν οι «κλέφτες» του ιδιωτικού τομέα. Η λαϊκή εξέγερση του Δεκεμβρίου του 2001 τροφοδότησε το φαινόμενο αυτό, συνδέοντας τους, μέχρι τότε, μεμονωμένους πυρήνες. Ενώ εκείνη την εποχή υπήρχαν 44 κατειλημμένες επιχειρήσεις, σήμερα φθάνουν περίπου τις 170 και απασχολούν περισσότερα από 10.000 άτομα (1).

Η κατάληψη χρεοκοπημένων επιχειρήσεων από τους πρώην εργαζομένους τους άρχισε να αναπτύσσεται στα μέσα της δεκαετίας του 1990. Με το νεοφιλελεύθερο μοντέλο που εφάρμοζε με ζήλο ο πρόεδρος Κάρλος Μένεμ, χιλιάδες άνθρωποι έμεναν άνεργοι κάθε χρόνο(2). Δεν ήταν μόνο ότι οι μαζικής κλίμακας ιδιωτικοποιήσεις πετούσαν στον δρόμο τους εργαζόμενους του δημόσιου τομέα, αλλά και ότι η κατάργηση των περιορισμών στις εισαγωγές και των επιδοτήσεων στις εξαγωγές προκαλούσε τόσο μεγάλη εισροή ξένων προϊόντων, που η μικρή εθνική βιομηχανία δεν μπορούσε να την ανταγωνιστεί.

Γενικά, οι επιχειρήσεις υπό κατάληψη δεν είναι τόσο εταιρείες παροχής υπηρεσιών, όπως το Μπάουεν, όσο μικρές και μεσαίες βιομηχανικές επιχειρήσεις, κυρίως στους κλάδους της μεταλλουργίας, της κατασκευής μηχανικών μερών, της τυπογραφίας και της διατροφής. Το κοινό σημείο αυτών των υπό εκκαθάριση ή χρεοκοπημένων επιχειρήσεων είναι ότι πνίγονται στα χρέη. Χρωστούν στην εφορία, στις τράπεζες, στους προμηθευτές. Χρωστούν και στους εργαζόμενους μισθούς και αποζημιώσεις.

Αποζημίωση σε εργαλεία

Οσοι από τους εργαζόμενους θέτουν υποψηφιότητα για την εξαγορά της επιχείρησης, προτιμούν αποζημιώσεις σε μηχανές-εργαλεία παρά σε χρήματα. Εντούτοις, αν και ο νόμος περί πτωχεύσεων στην Αργεντινή επιβάλλει την αρχή της προτεραιότητας των εργαζομένων έναντι των υπόλοιπων πιστωτών, δεν προκρίνει σαφώς την επαναλειτουργία έναντι της ρευστοποίησης. Αρθρο του σχετικού νόμου, μάλιστα διευκολύνει την αγορά της επιχείρησης από επενδυτές, χωρίς να προνοεί για τους εργαζόμενους. Η διάταξη αυτή, γνωστή ως «cramdown», τέθηκε ξανά σε ισχύ έπειτα από εκβιασμό του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) και είχε ως αποτέλεσμα τη συχνή εμφάνιση ιδιοκτητών-φαντασμάτων, που, στο παρασκήνιο, κινούνταν από εργοδότες ανυπόμονους να αγοράσουν ξανά την ίδια τους την επιχείρηση σε χαμηλή τιμή.

Η περίπτωση του «Μπάουεν» είναι χαρακτηριστική: το κτίριο, που ανεγέρθηκε την περίοδο της δικτατορίας χάρη σε δημόσιο δάνειο που δεν εξοφλήθηκε ποτέ, αγοράστηκε το 1997, έναντι 12 εκατ. δολαρίων, από χιλιανό επιχειρηματία, ο οποίος δεν κατέβαλε παρά μόνο τα 4 εκατομμύρια πριν κλείσει το ξενοδοχείο, στα τέλη του 2001.

Οι άνεργοι του «Μπάουεν», πριν καταλάβουν «το ξενοδοχείο τους», συνέταξαν καταστατικό συνεταιρισμού με τη βοήθεια του Εθνικού Κινήματος Επιχειρήσεων υπό Κατάληψη (MNER). Αυτό το ενωτικό κίνημα κυριάρχησε από τους πρώτους μήνες του 2002, με επικεφαλής δύο πρώην υποστηρικτές των Μοντονέρος (του περονιστικού αντάρτικου της δεκαετίας του 1970).

Ο Εδουάρδο Μουρούα και ο Χοσέ Αμπέγι συνοψίζουν τα τρία στάδια της στρατηγικής τους σε μια φράση που έχουν δανειστεί από το κίνημα των ακτημόνων της Βραζιλίας: «Κατάληψη, αντίσταση, παραγωγή!».


Το 2002, μια τροποποίηση του νόμου περί πτωχεύσεων προέβλεψε τη δυνατότητα παραχώρησης της εκμετάλλευσης των χρεοκοπημένων επιχειρήσεων σε συνεταιρισμούς. Οποιος δικαστής επιθυμεί να ενθαρρύνει κάποιον συνεταιρισμό, πρέπει να διαπραγματευτεί συμβόλαιο ενοικίασης με τον ιδιοκτήτη της επιχείρησης ή να αναμείνει μέχρι το Δημόσιο να αποφασίσει την απαλλοτρίωσή της. «Το κράτος κάνει απαλλοτριώσεις για να κατασκευάσει δρόμους, γιατί όχι και για το κοινωνικό όφελος και το δικαίωμα στην εργασία;», είναι το επιχείρημα των εκπροσώπων του MNER.

Μολονότι το 31% των κατειλημμένων επιχειρήσεων ενοικιάζει την επιχείρηση με δικαστική συμφωνία, ενώ πολλές λειτουργούν εκτός νομικού πλαισίου, το 29% των επιχειρήσεων έχει πετύχει κάποια μορφή απαλλοτρίωσης. Οι εργαζόμενοι επιτρέπεται, γενικά, να κάνουν χρήση των μηχανών και να χρησιμοποιούν τα ακίνητα για δύο χρόνια. Με τη λήξη αυτής της περιόδου, εάν το κράτος δεν έχει αποζημιώσει τον ιδιοκτήτη και τους πιστωτές, τότε αυτοί μπορούν να ζητήσουν την πώληση του κτιρίου και των μηχανών ...

Πίστωση 20 χρόνων

Τον Νοέμβριο του 2004, οι επιχειρήσεις υπό κατάληψη σημείωσαν μια νίκη που υπόσχεται πολύ περισσότερα: ο δήμος του Μπουένος Αϊρες απαλλοτρίωσε οριστικά δώδεκα επιχειρήσεις. Οι συνεταιρισμοί που επωφελήθηκαν έχουν στη διάθεσή τους τρία χρόνια περίοδο χάριτος και, κατόπιν, άλλα είκοσι χρόνια για να αγοράσουν με πίστωση τα κτίρια και τις μηχανές. Ομως αυτή η αποσπασματική αντιμετώπιση δεν αρκεί: οι εργαζόμενοι ζητούν έναν νόμο περί οριστικής απαλλοτρίωσης, στον οποίο θα υπάγονται όλες οι επιχειρήσεις.

Αρθρογράφοι μεγάλων μέσων ενημέρωσης, μεταφέροντας τις πιέσεις των οικονομικών συμφερόντων, καταδικάζουν «τις επιθέσεις κατά της ατομικής ιδιοκτησίας», που τους θυμίζουν εφόδους μπολσεβίκων στο Ρίο ντε Λα Πλάτα! «Αλλοτε, η ιδεολογία ωθούσε στην κατάληψη μιας επιχείρησης, όχι η υπεράσπιση της εργασίας», ανταπαντά η ομάδα του κοινωνιολόγου Γκάμπριελ Φαν(3). «Σήμερα, όσοι συμμετέχουν στο κίνημα αυτό αποτελούν μια πολύ ετερογενή ομάδα, ενώ οι περισσότεροι δεν έχουν καμία συνδικαλιστική εμπειρία». Η ιδεολογία αναπτύσσεται μετά τις καταλήψεις, γεννώντας «νέα πολιτικά υποκείμενα».

Οι άνεργοι που επιλέγουν αυτό τον δρόμο, διανύουν, αναγκαστικά, περιόδους αντιπαράθεσης με την εργοδοσία, τη δικαιοσύνη, την αστυνομία. Για να αντιμετωπίσουν αυτές τις καταστάσεις, πρέπει να ζητήσουν τη βοήθεια της οικογένειάς τους και να αναπτύξουν σχέσεις αλληλεγγύης. Από αυτή την κοινή συμμετοχή στην εξέγερση αναδύονται όχι μόνο νέες σχέσεις συνεργασίας και φιλίας, αλλά και μια δημοκρατική διαδικασία λήψης αποφάσεων: η συνέλευση. Εκεί, κάθε εργαζόμενος διαθέτει μία ψήφο.

«Το αίσθημα ελευθερίας που νιώθουμε είναι απίστευτο», λέει με χαρά ο Μαρσέλο, πρόεδρος του συνεταιρισμού Μπάουεν. «Δεν έχουμε, όμως, όλοι την ίδια προσέγγιση: μερικοί θεωρούν ότι μπορούν να κάνουν ό,τι θέλουν, άλλοι θεωρούν ότι μπορούν να μην κάνουν τίποτα. Το δυσκολότερο στην αυτοδιαχείριση είναι ο αγώνας ενάντια στον ατομικισμό και την έλλειψη πρωτοβουλιών. Πρέπει να εκπαιδευτούμε για να ξεπεράσουμε την "ιδιότητα του εργάτη", χωρίς να γίνουμε αφεντικά!».

Υπό αυτές τις συνθήκες, ένα μέρος των εργαζομένων αποχωρεί, κυρίως τα στελέχη, που απουσιάζουν από το 80% των επιχειρήσεων υπό κατάληψη. Χωρίς αφεντικά και προϊσταμένους, περισσότερο από πραγματισμό παρά από ιδεολογία, οι συνελεύσεις υιοθετούν την αρχή των ίσων μισθών. Πρέπει, λοιπόν, να ανακατανεμηθούν οι αρμοδιότητες σύμφωνα με τις γνώσεις των εργαζομένων και την αρχαιότητα, να ενισχυθεί η ανάπτυξη πολλαπλών ειδικοτήτων, να εκλεγούν ανακλητοί συντονιστές, να μετακινηθούν οι παλαιότεροι εργαζόμενοι από την παραγωγή στις διοικητικές θέσεις και να εκπαιδευτούν ανάλογα, να αναπτυχθούν μηχανισμοί διασφάλισης της διαφάνειας των λογιστικών καταστάσεων.

Πρώην οικιακή βοηθός, η Μαρία πήρε για τέσσερις μήνες μαθήματα διάθεσης προϊόντων από εθελοντή καθηγητή και, στη συνέχεια, πέρασε στις πωλήσεις. Ο Οσβάλντο, θυρωρός που έγινε μάγειρας, φόρεσε το άσπρο καπέλο για να ζήσει επιτέλους από το πάθος του. Οταν έρχεται το βράδυ, από τον τρίτο όροφο ακούγονται ντροπαλές φωνές, που επαναλαμβάνουν όλες μαζί: «May Ι help you, sir?». Καθηγητές ξένων γλωσσών τους κάνουν μάθημα, και σε αντάλλαγμα, το ξενοδοχείο τους παραχωρεί αίθουσες για τα μαθήματά τους.

Επειτα από δυόμισι χρόνια κατάληψης, ο συνεταιρισμός Μπάουεν αποκατέστησε το κτίριο και τα δωμάτια, με μοναδικό κεφάλαιο την αλληλεγγύη και την επινοητικότητα. Σιγά σιγά, δημιούργησε μια πελατεία που ενδιαφέρεται για λογικές τιμές και ευκολίες πληρωμής. Προσλήφθηκαν 60 νέοι εργαζόμενοι. Εχοντας φτάσει συνολικά τους 110, οι εργαζόμενοι εισπράττουν μηνιαίο μισθό μεγαλύτερο από ό,τι ένας καθηγητής. Οταν όλα πάνε καλά, το 40% των εσόδων περνά στους μισθούς και το υπόλοιπο επανεπενδύεται.

Σήμερα, το 79% των κατειλημμένων επιχειρήσεων παράγει. Πάντως, μολονότι ευνοήθηκαν από την οικονομική ανάκαμψη και την υποτίμηση του πέσο, όλες οι επιχειρήσεις υπό κατάληψη χρειάστηκε να ξεπεράσουν τους νομικούς λαβύρινθους, την απουσία κεφαλαίων και επιχορηγήσεων, την αβέβαιη πελατεία και προμηθευτές συχνά καχύποπτους απέναντι στην αυτοδιαχείριση. Οι περισσότεροι από τους συνεταιρισμούς αυτούς δουλεύουν φασόν: οι εργάτες πωλούν μια βιομηχανική διαδικασία σε πελάτες που τους προμηθεύουν την πρώτη ύλη και πληρώνουν το προϊόν κατά την παράδοση. Πάντως, η λύση αυτή, που μειώνει τα έσοδα και δημιουργεί δεσμούς εξάρτησης με τους πελάτες-προμηθευτές, δεν αποτελεί παρά μεταβατικό στάδιο, μέχρι οι εργαζόμενοι να συσσωρεύσουν κεφάλαιο για να αγοράσουν οι ίδιοι την πρώτη ύλη. Γιατί η παραγωγή τους φθάνει μόλις στο μισό του προηγούμενου δυναμικού της.

Οι επιχειρήσεις αλληλοβοηθούνται, ώστε να γίνουν πελάτες ή προμηθευτές η μία της άλλης και να λειτουργούν μεταξύ τους με πίστωση. Η παραγωγή τους χρησιμοποιείται από άλλες βιομηχανίες και ελάχιστα από τον καταναλωτή. Πρόκειται για μειονέκτημα: δεν υπάρχει η δυνατότητα άμεσων πωλήσεων σε μια αγορά αλληλεγγύης. Ο πανεπιστημιακός Αντρες Ρουχέρι, επικεφαλής τμήματος της φιλοσοφικής σχολής που βοηθά στην αυτοδιαχείριση(4), αντιμετωπίζει αυτή την πραγματικότητα ως εμπόδιο: «Οι επιχειρήσεις υπό κατάληψη, που κατασκευάζουν μέρη αυτοκινήτων, δεν μπορούν να πουλήσουν παρά σε κατασκευαστές αυτοκινήτων. Ομως οι πολυεθνικές αρνούνται να συνεργαστούν με συνεταιρισμούς και, ιδιαίτερα, με επιχειρήσεις υπό κατάληψη. Η μόνη λύση είναι η πώληση σε ενδιάμεσες εταιρείες, που πωλούν με τη σειρά τους στις πολυεθνικές, αλλά οι εργαζόμενοι χάνουν έτσι ένα ποσοστό!».

Και ιδεολογική αντιπαράθεση

Η ένταξη των υπό κατάληψη επιχειρήσεων στην καπιταλιστική αγορά τροφοδότησε ζωηρή συζήτηση το 2002. Μια μειοψηφική, τροτσκιστική τάση διεκδικούσε, τότε, την κρατικοποίηση με εργατικό έλεγχο. Ελεγχε τέσσερις επιχειρήσεις, μεταξύ των οποίων μια βιοτεχνία ρούχων στο Μπουένος Αϊρες («Μπρούκμαν») και ένα εργοστάσιο παραγωγής πλακιδίων στη Νεουκέν («Σανόν»).

Οι εργαζόμενοι στις επιχειρήσεις αυτές θεωρούσαν την κατάληψη και επαναλειτουργία ως το προκαταρκτικό στάδιο μιας σοσιαλιστικής ανασυγκρότησης, με το κράτος σε ρόλο συντονιστή του κεντρικού οικονομικού σχεδιασμού. Τα ακροαριστερά κόμματα δεν πιστεύουν στη βιωσιμότητα των συνεταιρισμών μέσα στην καπιταλιστική αγορά.

Βάζοντας στην άκρη την ιδεολογική συζήτηση, η θέση αυτή είχε ως συνέπεια τη συνεχή διατήρηση της αντιπαράθεσης. Τουλάχιστον, αυτό ήταν το δίδαγμα από την εμπειρία του «Μπρούκμαν», όπου οι εργαζόμενοι εκδιώχθηκαν από την αστυνομία. Στη συνέχεια, το «Μπρούκμαν» έγινε συνεταιρισμός και, κατά ειρωνεία της τύχης, πέρασε στην επιρροή μιας πιο ρεφορμιστικής οργάνωσης: του Εθνικού Κινήματος Κατειλημμένων Εργοστασίων (MNFRT), το οποίο ίδρυσε ο Λουίς Κάρο, δικηγόρος, προσκείμενος στους επιχειρηματικούς κύκλους, την καθολική εκκλησία και την περονιστική δεξιά. «Εκθειάζοντας την οικονομική αποτελεσματικότητα, απογυμνώνει τους συνεταιρισμούς, τους οποίους αποσπά από την επιρροή του MNER, από τις εναλλακτικές πολιτιστικές εμπειρίες τους», διαπιστώνει με λύπη ο Αντρες Ρουχέρι.

Οι εργάτες του εργοστασίου πλακιδίων «Σανόν» επέλεξαν τη νομική μορφή του συνεταιρισμού, συνεχίζοντας να διεκδικούν την πολυπόθητη κρατικοποίηση. Η ενότητα αυτών των εργαζομένων μετέτρεψε τη συγκεκριμένη επιχείρηση σε εθνικό σύμβολο μαχητικότητας. Χάρη στους στέρεους δεσμούς τους με τα κοινωνικά κινήματα, οι κεραμοποιοί άντεξαν επτά απόπειρες εκδίωξής τους.

Κάθε μήνα, παράγουν παράνομα περισσότερα από 300.000 τετραγωνικά μέτρα πλακιδίων. Διακόσιοι δέκα εργαζόμενοι που αμείβονται το ίδιο, με μισθούς ίσους με των αστυνομικών, και που βρίσκουν ακόμη τα μέσα να προσφέρουν τακτική οικονομική ενίσχυση στις γειτονιές.


Η δημιουργία απασχόλησης σε μια πτωχευμένη επιχείρηση αποτελεί αξιοθαύμαστη πρόκληση προς την εργοδοσία. Το μέλλον, όμως, δεν είναι εξασφαλισμένο για όλες τις επιχειρήσεις υπό κατάληψη. Ολα εξαρτώνται από τη βιωσιμότητα της καθεμιάς, τις παγκόσμιες οικονομικές συνθήκες, καθώς επίσης, σε μεγάλο βαθμό, και από την οικονομική, τεχνική και νομική βοήθεια που θα θελήσει να τους προσφέρει το κράτος της Αργεντινής.

Στο MNER υπολογίζουν ότι η αυτοδιαχείριση, εάν υποστηριχθεί, μπορεί να δημιουργήσει ξανά 150.000 θέσεις εργασίας, και εκπρόσωποι αυτού του πλειοψηφικού κινήματος συχνά διεκδικούν το ρόλο συνεργατών του κράτους στον αγώνα κατά της ανεργίας.

Εντούτοις, ακόμα περιμένουν άτοκα δάνεια και νομοθετικές μεταρρυθμίσεις. Τα οικονομικά συμφέροντα ασκούν τέτοια επιρροή στην πολιτική και τη δικαστική εξουσία, ώστε στους πολιτικούς και τους δικαστές κοστίζει λιγότερο να γυρίσουν την πλάτη στους εξεγερμένους εργάτες από ό,τι να τους βοηθήσουν. Κι ας είναι οι επιχειρήσεις υπό κατάληψη τόσο δημοφιλείς.

(1) «Empresas recuperadas», Secretaria de desarollo economico, Μπουένος Αϊρες, Σεπτέμβριος 2003.

(2) Το ποσοστό ανεργίας αυξήθηκε από 8% το 1992, σε 18% το 1995. Μεταξύ 1989 και 2000, ο αριθμός των απασχολούμενων εργατών μειώθηκε κατά 35%. Βλ. Carlos Gabetta, «Le lent naufrage de l'Argentine», «Le Monde diplomatique», Οκτώβριος 1999.

(3) «Fabricas y empresas recuperadas», Centro cultural de cooperacion, Νοέμβριος 2003.

(4) «Informe del relevamiento entre empresas recuperadas por los trabajadores», Programa Faculdad Abierta, Faculdad de filosofia, UBA, Απρίλιος 2003.

*Δημοσιογράφος. Συγγραφέας (μαζί με τον Daniel Herard) βιβλίου για την αυτοδιαχείριση στην Αργεντινή.


LE-MONDE




Διαβάστε περισσότερα...