Τετάρτη 6 Μαΐου 2009

ΤΟ ΔΗΛΗΤΗΡΙΟ ΑΠΛΩΝΕΤΑΙ...

Το δηλητήριο απλώθηκε από ένα σημείο του χρηματοπιστωτικού συστήματος σε ένα άλλο.
Δεν ήταν μόνο εκείνοι που είχαν απλώς δανείσει. Υπήρχαν και εκείνοι που η απληστία τούς έσπρωξε να πιστέψουν στα κέρδη που θα έβγαιναν, ασφαλίζοντας τα δάνεια των τραπεζών και των hedge funds.
Είναι η πραγματική οικονομία υγιής;
Τα ποσά που παίχτηκαν σε όλες αυτές τις ποικίλες μορφές τζόγου ήταν κολοσσιαία. Οι δοσοληψίες στην αγορά των "χρηματοπιστωτικών παραγώγων" υπολογίστηκαν ότι ανέρχονταν στο απίστευτο ποσό των 62 τρισεκατομμυρίων δολαρίων, το Σεπτέμβρη του 2008, δεσμεύοντας πάνω από 1000 δισεκατομμύρια δολάρια σε ρευστό.
Όσο το βουνό των χρεών μπορούσε να παράγει κέρδη, δεν υπήρχε τίποτα άλλο εκτός από ύμνους για αυτούς που διοικούσαν το χρηματοπιστωτικό σύστημα, από αρθρογράφους των εφημερίδων και πολιτικούς δεξιών ή σοσιαλδημοκρατικών κυβερνήσεων, είτε τύπου Μπλερ, είτε τύπου Γκόρντον Μπράουν.

Η κυβέρνηση των Νέων Εργατικών, το 2002, έχρισε με τον τιμητικό τίτλο του ιππότη τον άνθρωπο που, περισσότερο από κάθε άλλον, είχε ενθαρρύνει αυτήν την φρενίτιδα της απληστίας, τον Αλαν Γκρίνσπαν, τότε επικεφαλής της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ, για την «συνεισφορά του στην παγκόσμια οικονομική σταθερότητα». Τώρα, αυτή η απληστία ζημιώνει τον υπόλοιπο καπιταλισμό.

Κάθε επιχειρηματική δραστηριότητα σε μία καπιταλιστική οικονομία περιλαμβάνει δανεισμό: οι εταιρείες που παράγουν τα αγαθά δίνουν πίστωση στους χονδρέμπορους, οι χονδρέμποροι δίνουν πίστωση στους έμπορους λιανικής και οι έμποροι λιανικής δίνουν πίστωση σε αυτούς που αγοράζουν καταναλωτικά είδη πολλών ειδών.

Κρατικές παρεμβάσεις
Ο ξαφνικός φόβος που κατέκλυσε τις τράπεζες για να δανείσουν η μία στην άλλη, η πιστωτική ασφυξία ή credit crunch, όπως συνηθίστηκε να λέγεται, απείλησε να βάλει τέρμα σε όλον αυτόν τον κύκλο. Παρομοιάστηκε με καρδιακή προσβολή για το καπιταλιστικό σύστημα.
Αυτός είναι ο λόγος που οι κυβερνήσεις και οι κεντρικές τράπεζες ξέχασαν όλα τους τα κηρύγματα για τις αρετές του απερίσπαστου ελεύθερου ανταγωνισμού και παρενέβησαν ώστε να κρατήσουν σώο το χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Τα ποσά ήταν ήδη τεράστια -το αμερικάνικο κράτος έκανε ένεση 400 δισεκατομμύρια δολάρια στο χρηματοπιστωτικό σύστημα το Μάρτη και τον Απρίλη του 2008, όταν βρέθηκε στο χείλος της χρεοκοπίας η μεγαλύτερη τράπεζα των ΗΠΑ, Bear Sterns. Για μερικές βδομάδες, η κίνηση αυτή ηρέμησε τα πράγματα. Ορισμένοι πίστεψαν πως η κρίση είχε περάσει.

Ο ρεπουμπλικάνος υποψήφιος για την προεδρία, Τζον ΜακΚέιν διακήρυξε στις αρχές του Σεπτέμβρη ότι η αμερικάνικη οικονομία ήταν υγιής στη βάση της. Αυτοί οι άνθρωποι είχαν ξεγελαστεί από την ίδια τους την πίστη στο σύστημα. Τελικά, η πιο δεξιά αμερικάνικη κυβέρνηση εδώ και τρία τέταρτα του αιώνα αποφάσισε πως μόνο μια ογκώδης παρέμβαση από πλευράς του κράτους θα προστάτευε ολόκληρο το καπιταλιστικό σύστημα από τον εαυτό του και έτσι εξαγόρασε τις δύο γιγάντιες στεγαστικές τράπεζες, Fannie Mae και Freddie Mac.

Μια τελευταία προσπάθεια να αφεθούν τα πράγματα στην ίδια την αγορά, που έγινε όταν άφησαν να χρεοκοπήσει μία από τις τέσσερις σημαντικότερες επενδυτικές τράπεζες, η Lehman Brothers, οδήγησε στην πρόκληση τέτοιας αναστάτωσης που απειλήθηκε μία χρηματοπιστωτική κατάρρευση δίχως προηγούμενο, με τους σχολιαστές κάθε λογής να μιλάνε για τη χειρότερη κρίση από το 1929.

Το κράτος χρειάστηκε να προχωρήσει σε μία άλλη τεράστια εθνικοποίηση, αυτή του ασφαλιστικού γίγαντα AIG και ο Τζορτζ Μπους αναγκάστηκε να προειδοποιήσει, εν μέσω κατηγοριών για «σοσιαλισμό» από το ίδιο του το κόμμα, ότι θα κατέρρεε ολόκληρο το σύστημα αν το κράτος δεν εξαγόραζε όλα τα ύποπτα πακέτα χρεών έναντι ενός ποσού που υπολογίστηκε στα 700 δισεκατομμύρια δολάρια.

ΕΙΝΑΙ Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΥΓΙΗΣ;

Γίνονται σήμερα κάποιες προσπάθειες να δοθεί η εντύπωση ότι οι μόνοι υπεύθυνοι ήταν οι χρηματιστές και ότι το υπόλοιπο σύστημα είναι αθώο. Μην ανησυχείτε, λένε κάποιοι σχολιαστές, μόνο το χρηματοπιστωτικό σύστημα βρίσκεται σε κρίση. Η «πραγματική οικονομία» είναι κάτι αρκετά διαφορετικό. Χαρακτηριστικό αυτού του είδους ήταν το ουσιαστικό μήνυμα που περιείχε ο λόγος του Γκόρντον Μπράουν που εισέπραξε τόσα εγκώμια, στο συνέδριο του Εργατικού Κόμματος. Σύμφωνα με τον Μπράουν, υπήρχε ανάγκη να καθαρίσει το Σίτι του Λονδίνου. Αλλά βιάστηκε να προσθέσει ότι το Λονδίνο πρέπει να «διατηρήσει την άξια θέση του ως το χρηματοπιστωτικό κέντρο του κόσμου», δηλώνοντας σε έναν δημοσιογράφο της τηλεόρασης την επόμενη μέρα ότι η κυβέρνηση των Εργατικών παραμένει μια «κυβέρνηση υπέρ των επιχειρήσεων».

Όμως, το χρηματοπιστωτικό σύστημα δεν είναι κάτι ξεχωριστό από τον υπόλοιπο καπιταλισμό. Οδηγείται από τον ίδιο τυφλό ανταγωνισμό με στόχο το κέρδος. Οι μεγαλύτερες βιομηχανίες στράφηκαν στο χρηματοπιστωτικό σύστημα για να ενισχύσουν τα κέρδη τους τα τελευταία χρόνια -το έκανε η General Electric, η μεγαλύτερη βιομηχανική εταιρεία στις ΗΠΑ, όπως και η Ford και η General Motors. Στα διοικητικά συμβούλια των μεγάλων χρηματοπιστωτικών ομίλων συμμετέχουν πλούσιοι βιομήχανοι.

Οι ίδιοι άνθρωποι

Στη διοίκηση της Lehman Brothers συμμετείχαν: ο πρώην πρόεδρος της IBM, ο πρώην πρόεδρος της Halliburton, ο πρώην πρόεδρος του ομίλου ΜΜΕ Telemundo (ο οποίος είναι επίσης διευθυντής της Sony και της MGM) και ο σημερινός πρόεδρος της GlaxoSmithKline (ο οποίος είναι και πρώην επικεφαλής της Vodafone), όπως και μία ναύαρχος εν αποστρατεία του αμερικάνικου ναυτικού (επίσης επικεφαλής των αμερικανίδων προσκοπίνων), ο πρώην διευθυντής του οίκου δημοπρασιών έργων τέχνης Sotheby's και ο πρώην επικεφαλής της Salomon Brothers.

Το διοικητικό συμβούλιο της μεγαλύτερης επενδυτικής τράπεζας, Goldman Sachs, περιλαμβάνει διευθυντές των εταιρειών General Motors, Mobil Oil, Novartis, Kraft Foods, Colgate Palmolive, Du Pont, Boeing, Texas Instruments και ArcelorMittal.

Η απληστία δεν γνωρίζει κανένα σύνορο μεταξύ του χρηματοπιστωτικού συστήματος, της βιομηχανίας και του εμπορίου, και για τον ίδιο λόγο φτάνει μέχρι τον πολιτισμό και την πλύση εγκεφάλου της νεολαίας υπέρ των αρετών του μιλιταρισμού.

Δεν ήταν μόνο οι χρηματιστές που έβγαζαν τεράστια κέρδη και έπαιρναν γιγάντιους μισθούς τις τελευταίες δεκαετίες. Το ίδιο έκαναν και όσοι κατέχουν και ελέγχουν τη βιομηχανία και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού.

Χάσμα αμοιβών

Στις ΗΠΑ, σύμφωνα με το CNN-Money, "η αναλογία του μισθού ενός γενικού διευθυντή με το μέσο μισθό αυξήθηκε από το 301 προς 1, το 2003, σε 431 προς 1 το 2004. Η σημερινή αναλογία είναι πολύ υψηλότερη από ό,τι ήταν το 1990, όταν ένας γενικός διευθυντής έπαιρνε 107 φορές μεγαλύτερο μισθό από έναν μέσο εργάτη". Και αυτή είναι πολύ υψηλότερη από το 1982, όταν ο μέσος γενικός διευθυντής έπαιρνε 42 φορές όσα ο μέσος εργάτης.

Στη Βρετανία, ο Τζον Χάτον, των Νέων Εργατικών επιχαίρει για αυτήν την ανισότητα: "Αντί να αναρωτιόμαστε αν οι υψηλοί μισθοί είναι ηθικά δικαιολογημένοι", έγραφε τον Απρίλη, οκτώ μήνες μετά το ξέσπασμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης, "θα έπρεπε να πανηγυρίζουμε το γεγονός ότι οι άνθρωποι μπορούν να είναι επιτυχημένοι σε αυτή τη χώρα"..




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου