Δευτέρα, 29 Ιουνίου 2009

Αυτοδιοίκηση και Αγροτική Ανάπτυξη.

Οι Αυτοδιοικητικές εκλογές, σε δημοτικό και νομαρχιακό επίπεδο, φέρνουν μεταξύ άλλων στο προσκήνιο τα κρίσιμα προβλήματα της τοπικής ανάπτυξης, ιδιαίτερα της αγροτικής, που αποτελεί βασικό πυλώνα ανάπτυξης των περιφερειών. Από την άλλη, για τη μεγάλη πλειοψηφία των κατοίκων των πόλεων, η αγροτική ανάπτυξη αποτελεί κεφαλαιώδες ζήτημα, από οικονομική, κοινωνική, περιβαλλοντική και πολιτισμική άποψη. Αρκεί να σημειώσουμε ότι στη φετινή καταγραφή των «ατομικών δικαιωμάτων» για χορήγηση εισοδηματικών ενισχύσεων (αγροτικών επιδοτήσεων), διαπιστώθηκε ότι πάνω από 1.120.000 έλληνες πολίτες έχουν οικονομικά συμφέροντα στον αγροτικό χώρο (δηλ. 1/3 του ενεργού πληθυσμού), ενώ οι κατ' επάγγελμα αγρότες ήταν 14% του ενεργού πληθυσμού.

Τα αναπτυξιακά αδιέξοδα του αγροτικού χώρου
Ωστόσο τα τελευταία χρόνια αντί για αγροτική ανάπτυξη, υπάρχει προϊούσα παρακμή του αγροτικού χώρου, που συμπυκνώνεται στη μείωση της παραγωγής βασικών προϊόντων, αδυναμία διάθεσης τους, αύξηση κόστους, μείωση ή στασιμότητα τιμών παραγωγού, μεγάλη αύξηση τιμών στον καταναλωτή, μείωση επιδοτήσεων, αυξανόμενο έλλειμμα στο εμπορικό ισοζύγιο ιδιαίτερα στα κτηνοτροφικά (οι εισαγωγές κτηνοτροφικών φτάνου το ύψος των δαπανών για πετρέλαιο), κά.

Οι αιτίες των δυσμενών εξελίξεων, βρίσκονται στις νεοφιλελεύθερες πολιτικές των κυβερνήσεων (ΝΔ και ΠΑΣΟΚ) την τελευταία δεκαετία, καθώς και στις επιλογές της «κοινής αγροτικής πολιτικής» (ΚΑΠ) της ΕΕ και κατευθύνσεις του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ), που εξυπηρετούν κυρίως τους μεγάλους παραγωγούς, τις μεγάλες αγροτο-βιομηχανικές-εμπορικές και πολυεθνικές εταιρίες, σε βάρος των μικρομεσαίων αγροτών, τόσο του αναπτυγμένου Βορρά, όσο και του αναπτυσσόμενου Νότου. Ειδικότερα στα πλαίσια της νέας ΚΑΠ, τα μεσογειακά προϊόντα (λάδι, βαμβάκι, καπνός, αμπελουργικά, οπωροκηπευτικά, βιομηχανική τομάτα, κά), δέχονται σκληρό πλήγμα, όπως επίσης και η ζάχαρη (περικοπή ελληνικής παραγωγής κατά 40% και κλείσιμο 1-2 ζαχαρουργείων). Από την άλλη οι επιδοτήσεις στην παραγωγή αντικαταστάθηκαν εν μέρει με εισοδηματικές ενισχύσεις με ημερομηνία λήξης το 2013. Επίσης τα συνολικά κονδύλια στήριξης μειώνονται, είτε μέσω ένταξης νέων χωρών, είτε με τη λεγόμενη «διαφοροποίηση» (περικοπή επιδοτήσεων κατά 40% στο διάστημα 2005-2012), είτε με μειώσεις στο όνομα των «παρακρατημάτων», κα.. Τέλος το μεγαλύτερο μέρος των επιδοτήσεων εξακολουθεί να πηγαίνει στους μεγάλους παραγωγούς, ιδιαίτερα των χωρών του βορρά.

Η κυβέρνηση μπροστά στη βαθιά κρίση του αγροτικού τομέα, αντί για συγκροτημένο πρόγραμμα ανάπτυξης που θα λειτουργεί ως «μπούσουλας», με συγκεκριμένες κλαδικές και οριζόντιες δράσεις και ένα υπουργείο Γεωργίας στο ρόλο «στρατηγείου ανάπτυξης», περιορίζεται σε παθητική προσαρμογή στις απαιτήσεις της ΚΑΠ, στην προώθηση ορισμένων δράσεων αποσπασματικού χαρακτήρα που αγγίζουν μικρό αριθμό παραγωγών, ενώ τα «δύσκολα» (τι θα παράγουν οι αγρότες, σε ποιες τιμές, σε ποιο κόστος, με ποιά εξασφάλιση διάθεσης, κά), τα αφήνει στις δυνάμεις της αγοράς. Ακόμα κι όταν αναγνωρίζει τα προβλήματα, τα χρεώνει στο ΠΑΣΟΚ με τις συμφωνίες που υπέγραψε, ενώ η ίδια προβάλει ως καλύτερος διαχειριστής. Ωστόσο και σε αυτό το πεδίο δεν έχει να επιδείξει τίποτα ουσιαστικό. Χαρακτηριστική περίπτωση οι ρυθμίσεις στο βαμβάκι τις οποίες η κυβέρνηση της ΝΔ αποδέχτηκε το 2004, ενώ η Ισπανία προσέφυγε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο και δικαιώθηκε απαιτώντας καλύτερους όρους για τους παραγωγούς. Όσον αφορά το ΠΑΣΟΚ, από τη μια αποσιωπά τις ευθύνες του, ενώ με «άσφαιρα πυρά» καταφέρεται κατά της ΝΔ, προβάλλοντας ως υπερασπιστής των αγροτών. Σε ανάλογο μήκος κύματος κινούνται δυστυχώς και οι «κεντρικές» αγροτο-συνδικαλιστικές και αγροτο-συνεταιριστικές οργανώσεις (ΓΣΑΣΕ, ΣΥΔΑΣΕ και ΠΑΣΕΓΕΣ).

Το αγροτικό εισόδημα σε φθίνουσα πορεία

Αποτέλεσμα των παραπάνω εξελίξεων, είναι η βαθιά κρίση του αγροτικού τομέα και η σοβαρή μείωση του εισοδήματος των αγροτών. Σύμφωνα με στοιχεία της ΕΣΥΕ, η συμμετοχή του αγροτικού τομέα στο συνολικό Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ), από 6,6% το 2000 περιορίστηκε στο 4,7% το 2005. Ωστόσο αυτό που δείχνει τη είναι η αύξηση των τιμών παραγωγού σε σχέση με το κόστος παραγωγής και τις τιμές καταναλωτή. Την τελευταία πενταετία το κόστος εισροών (σπόροι, λιπάσματα, φυτοφάρμακα, ζωοτροφές, μηχανήματα, καύσιμα, κά), αυξάνει γρηγορότερα απ� ότι οι τιμές παραγωγού. Για παράδειγμα το 2003 το κόστος, αυξήθηκε κατά 3,9%, το 2004 κατά 7,5% και το 2005 κατά 5,1%, ενώ οι τιμές παραγωγού στο ίδιο διάστημα αυξήθηκαν 8,8% το 2003, μειώθηκαν κατά -2% το 2004 και αυξήθηκαν μόλις κατά 3,1% το 2005. Συνολικά το κόστος αυξήθηκε κατά 17,4% και το εισόδημα 10%.! Η Eurostat εκτιμά ότι στο διάστημα 2000-2005 (δηλ. επί κυβερνήσεων ΠΑΣΟΚ και ΝΔ), το αγροτικό εισόδημα στην Ελλάδα σε πραγματικές τιμές αντιστοιχεί μόλις στο 81% του εισοδήματος του 2000, ενώ το κόστος παραγωγής στο διάστημα 2001-2005 αυξήθηκε κατά 23%. Σήμερα το 40% των αγροτικών οικογενειών ζει κάτω από το όριο της φτώχειας.

Ωστόσο αυτή είναι η μια πλευρά. Από την άλλη έχουμε άνοιγμα της γνωστής «ψαλίδας» τιμών παραγωγού-καταναλωτή, που οδηγεί σε τεράστια ανακατανομή εισοδήματος από παραγωγούς και καταναλωτές, σε όφελος μεταποιητών-βιομηχάνων, μεσαζόντων και αλυσίδων Super-Markets. Ειδικότερα σε μια σειρά προϊόντα, η διαφορά τιμών φτάνει το διπλάσιο, τριπλάσιο και περισσότερο, από το χωράφι ως το ράφι. Το πρόσφατο σκάνδαλο με το καρτέλ γάλακτος, αποκάλυψε ότι το γάλα στον παραγωγό πληρώνεται 0,30 ευρώ, ενώ ο καταναλωτής 1,20 ευρώ (τετραπλάσια τιμή). Κάτι ανάλογο ισχύει στα περισσότερα προϊόντα όπως: πατάτες (0,38 ευρώ στον παραγωγό, 0,80 ευρώ στον καταναλωτή), τομάτες (από 0,30 ευρώ σε 1,20 ευρώ), πιπεριές (από 0,65 σε 1,50), ρύζι (από 0,21 σε 1,80), ελαιόλαδο (από 3,1 σε 6,20), κοκ. Η κατάσταση αυτή όπως και τα γενικότερα προβλήματα στην ύπαιθρο δημιουργούν μεγάλες δύσκολες παραμονής, κυρίως των νέων στον αγροτικό τομέα. Η συνεχής μείωση του αγροτικού πληθυσμού, οδηγεί μοιραία σε εγκατάλειψη εκτάσεων και ένταση των δημογραφικών και περιβαλλοντικών προβλημάτων.

Η εναλλακτική πολιτική και ο ρόλος της Αυτοδιοίκησης

Ωστόσο αυτή η πορεία δεν είναι μονόδρομος. Υπάρχει εναλλακτική λύση με ριζική στροφή στην ασκούμενη αγροτική πολιτική και την επεξεργασία συνολικού προγράμματος αγροτικής ανάπτυξης, με στόχο την αύξηση της παραγωγής ιδιαίτερα της κτηνοτροφικής για υποκατάσταση εισαγωγών, προώθηση νέων καλλιεργειών, ανάπτυξη βιοκαλλιεργειών, παραδοσιακών προϊόντων ποιότητας, προϊόντων ολοκληρωμένης διαχείρισης, μείωση κόστους παραγωγής με καλύτερες τιμές στα αγροτικά εφόδια, κλείσιμο ψαλίδας τιμών παραγωγού-καταναλωτή, προστασία εισοδήματος με ανακατανομή κονδυλίων στήριξης υπέρ μικρομεσαίων αγροτών, αύξηση αγροτικών συντάξεων, προώθηση επενδύσεων υποδομής, κατάρτιση εθνικού κτηματολογίου, δωρεάν γεωτεχνική στήριξη παραγωγών, πολύπλευρη στήριξη νέων αγροτών, ανάπτυξη αγροτουρισμού, στήριξη παράκτιας αλιείας, προβολή προϊόντων και προώθηση εξαγωγών, κά.

Βασικό ρόλο προς αυτή την κατεύθυνση μπορεί να παίζει η Αυτοδιοίκηση. Ειδικότερα κάθε καποδιστριακός δήμος, μπορεί και πρέπει να γίνει επιτελικό κέντρο τοπικής ανάπτυξης, με επεξεργασία δημοτικών και διαδημοτικών προγραμμάτων, ανάδειξη αναπτυξιακών δυνατοτήτων με βάση τις τοπικές ιδιαιτερότητες, εξασφάλιση συστηματικής ενημέρωσης των αγροτών, ενθάρρυνση δημιουργίας παραγωγικών συνεταιρισμών, προβολή παραδοσιακών τοπικών προϊόντων, κατασκευή αγροτικών δρόμων για πρόσβαση στις κτηνοτροφικές και παραγωγικές μονάδες, δημιουργία δημοτικών σφαγείων, ενεργοποίηση τοπικών και υπερτοπικών φορέων για αξιοποίηση αναπτυξιακών δυνατοτήτων, αγωνιστική διεκδίκηση οικονομικής στήριξης για τη δημιουργία δημοτικών επιχειρήσεων αναπτυξιακού χαρακτήρα, μόνιμη παρουσία γεωπόνου και κτηνιάτρου σε κάθε καποδιστριακό δήμο, κά.

Όσον αφορά σε νομαρχιακό επίπεδο, στα πλαίσια του αναπτυξιακού προγράμματος του νομού, χρειάζεται η προώθηση συγκεκριμένων δράσεων ενίσχυσης της αγροτικής ανάπτυξης, με κατάλληλες υποδομές (δρόμους, έργα εγγειοβελτιωτικά, δασοπροστασίας, περιβαλλοντικά, κά), ανάδειξη αναπτυξιακών δυνατοτήτων και αξιοποίησης πλουτοπαραγωγικών πόρων, στελέχωση νομαρχιών με το αναγκαίο γεωτεχνικό δυναμικό, συστηματικός έλεγχος ποιότητας τροφίμων και αισχροκέρδειας σε βάρος παραγωγών και καταναλωτών, έλεγχος διακίνησης μεταλλαγμένων σπόρων, ζωοτροφών και ειδών διατροφής, διεκδίκηση επαρκών κονδυλίων και ορθολογική αξιοποίηση τους με αναπτυξιακά, κοινωνικά και περιβαλλοντικά κριτήρια, διανομαρχιακή συνεργασία για προώθηση έργων περιφερειακής ανάπτυξης, κά.

Κατά συνέπεια στις επερχόμενες αυτοδιοικητικές εκλογές, υπάρχει ένας ακόμα σοβαρός λόγος για στήριξη εκείνων των συνδυασμών (δημοτικών και νομαρχιακών), που έχουν ως στόχο την ενίσχυση του αναπτυξιακού ρόλου της Αυτοδιοίκησης, αντί της μετατροπής της σε μηχανισμό νεοφιλελεύθερων επιλογών και πεδίο αναπαραγωγής φαινομένων διαπλοκής και διαφθοράς, στα πρότυπα της κεντρικής διοίκησης.
'Αρθρο του Γιάννη Τόλιου


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου